Στο βιβλίο της αρχαιολογίας ο Ιώσηπος αναφέρει την εμφάνιση του χριστού, σε ένα πολυσυζητημένο εδάφιο, που τοποθετεί την έλευση του σωτήρα τον καιρό του Πιλάτου. «Έγινε λοιπόν εκείνο τον χρόνο ο Ιησούς, ένας σοφός άνδρας, αν μπορούμε να τον αποκαλούμε άνδρα, που ήταν παραδόξων έργων ποιητής, δάσκαλος των ανθρώπων που δεχόταν με ευχαρίστηση την αλήθεια. Πήγαν μαζί του πολλοί Ιουδαίοι αλλά και πολλοί Έλληνες και αυτός ήταν ο Χριστός. Οι επιφανέστεροι από τους άνδρες της φυλής μας, τον σταύρωσαν αφού τον κατηγόρησαν στον Πιλάτο και δεν έπαψαν (να τον αγαπούν) εκείνοι που πρώτοι τον αγάπησαν, γιατί αποκαλύφθηκε σε αυτούς την τρίτη μέρα πάλι ως ζωντανός, περί αυτού έχουν πει οι θείοι προφήτες θαυμάσια αυτά και μύρια άλλα. Ενώ το έθνος των Χριστιανών που πήρε από αυτόν το όνομα του, υπάρχει μέχρι σήμερα».
“Γίνεται δε κατά τούτον τον χρόνο Ιησούς σοφός ανήρ, είγε άνδρα αυτόν λέγειν χρη, ην γαρ παραδόξων έργων ποιητής, διδάσκαλος ανθρώπων των ηδονή τ΄αληθή δεχομένων, και πολλούς μεν Ιουδαίους, πολλούς δε και του Ελληνικού επηγάγετο, ο χριστός ούτος ην, και αυτόν ενδείξει των πρώτων ανδρών παρ΄ ημίν σταυρώ επιτετιμηκότος Πιλάτου ουκ επαύσαντο οι πρώτον αγαπήσαντες, εφάνη γαρ αυτοίς τρίτην έχων ημέραν πάλιν ζων των θείων προφητών ταύτα τε και άλλα μυρία περί αυτού θαυμάσια ειρηκότων, εις έτι τε νυν των Χριστιανών από τούδε ονομασμένον ουκ εξέλιπε το φύλον. Αρχαιολογία ΙΗ 3.3 63
Αυτά υποτίθεται ότι τα γράφει ο Ιώσηπος μόλις πενήντα χρόνια μετά την σταύρωση του Χριστού. Εκείνος που παραποίησε το σημείο αυτό του Ιώσηπου ήταν πολύ αφελής, αφού προσπαθεί να μας κάνει να πιστέψουμε ότι ο ιστορικός αναφέρεται στον Χριστό, αλλά δεν κάνει όμως τον κόπο να φλυαρήσει άσκοπα για ένα τόσο ασήμαντο Μεσσία.! Ο συγγραφέας του αποσπάσματος θεωρεί ήδη τους Χριστιανούς ως ένα λαό του Χριστού. Πως όμως υπήρχε λαός των Χριστιανών, αφού μόλις τριάντα χρόνια πριν γραφτεί η ιστορία του Φλαβίου Ιώσηπου, είχαν ονομασθεί έτσι οι πιστοί του Χριστού στην Αντιόχεια, και τα πρώτα πενήντα χρόνια οι πιστοί του Χριστού καταδιώχθηκαν αμείλικτα. Άλλωστε ο Φλάβιος Ιώσηπος αναφέρει στην Ιουδαϊκή Αρχαιολογία και τον «αδελφό του Ιησού του ούτω καλουμένου Μεσσία». Αυτό φανερώνει ότι ο ίδιος δεν πίστευε πως ο Ιησούς, ήταν ο Μεσσίας αλλά πως έτσι τον αποκαλούσαν. Όμως ακόμη και το κατά Ματθαίον ευαγγέλιο στην γενεαλογία που μας δίνει γράφει: «εξ ης εγεννήθη ο Ιησούς ο λεγόμενος Χριστός», υποστηρίζοντας κι εκείνος ότι ο Ιησούς δεν ήταν αλλά λεγόταν Χριστός.
Αν όμως ο Φλάβιος Ιώσηπος ανέφερε πραγματικά ότι οι Χριστιανοί είναι ήδη ένα ξεχωριστό φύλο, όπως γράφει το απόσπασμα, γιατί δεν αναφέρονται πουθενά αλλού στα βιβλία του; Η αναφορά αυτή του Ιωσήπου είναι η μοναδική για Χριστό και Χριστιανούς, μοναδική όχι μόνο στα βιβλία του Ιουδαίου ιστορικού αλλά και σε όλα τα ελληνικά βιβλία του πρώτου αιώνα, που έχουν διασωθεί μέχρι σήμερα, εξαιρουμένων φυσικά των ευαγγελίων.
Ο Ιώσηπος γράφει ότι ο λεγόμενος σωτήρας ήταν «διδάσκαλος ανθρώπων των ηδονή τ΄αληθή δεχομένων», εννοώντας των ανθρώπων που δέχονται με ευχαρίστηση την αλήθεια. Αν και η έκφραση αυτή μπορεί να έχει γραφτεί από τον Χριστιανό διορθωτή του Ιώσηπου, όπως και το μεγαλύτερο μέρος του κειμένου, φανερώνει τόσο πολύ τον τρόπο γραφής του Ιουδαίου ιστορικού που με κάνει να πιστεύω, αυτό που οι περισσότεροι ιστορικοί παραδέχονται, πως το κείμενο δεν έχει προστεθεί αλλά έχει απλώς παραποιηθεί.
Η χρησιμοποίηση της λέξης «ηδονή» για να περιγραφεί η ευχαρίστηση ή η αγάπη προς την αλήθεια είναι κάπως αντιφατική. Ας μην ξεχνάμε ότι ως ηδονιστές και άθεοι κατηγορούνται οι Επικούρειοι. Με αυτή την αρνητική έννοια χρησιμοποιεί την λέξη «ηδονή» ο Ιώσηπος, περιγράφοντας τους ανθρώπους που δέχονται με ηδονή όχι την αλήθεια αλλά τον μύθο του αναστημένου Αλεξάνδρου της Μαρίας.
Όταν ο σωσίας του Αλεξάνδρου ήταν στην Ρώμη, σαν να ήταν βασιλιάς τον επισκεπτόταν κάθε λογής άνθρωποι, μεταξύ των οποίων και εκείνοι που είχαν υπάρξει οικοδεσπότες και φίλοι του Ηρώδη. Αιτία ήταν ότι με ηδονή δεχόταν τα λόγια του κάλπικου Αλεξάνδρου, που επιβεβαιώνονταν από την ομοιότητα της μορφής. Η τελευταία αυτή πρόταση έχει γραφτεί στα ελληνικά από τον Ιώσηπο ως εξής: “αίτιον δε ήν των ανθρώπων το ηδονή δεχομένων τους λόγους συν τω φερεγγύω της μορφής”. Αρχαιολογία ΙΖ 8.1 329
Τόσο πολύ έμοιαζε ο άνθρωπος αυτός με τον πραγματικό Αλέξανδρο ώστε ακόμη και οι παλιοί φίλοι του τον υποστήριξαν και ορκιζόταν όταν δεν ήταν άλλος παρά το ίδιο πρόσωπο και δεχόταν τους λόγους του με ηδονή. Ο Ιώσηπος εννοεί ότι δεχόταν τους λόγους του κάλπικου Αλεξάνδρου «με ηδονή» γιατί έτσι τους συνέφερε, καθώς υποστήριζαν τους Ασαμωναίους. Η λέξη ηδονή χρησιμοποιείται όντως ειρωνικά και με αυτό τον τρόπο χρησιμοποιήθηκε προφανώς αρχικά στο παραπάνω απόσπασμα που αναφέρεται στον λεγόμενο χριστό.
Ακόμη και οι επαναστάτες που ακολουθούσαν την καινούρια αίρεση, την τέταρτη φιλοσοφική σχολή του Ιούδα Γαλιλαίου, άκουγαν με ηδονή τα λόγια του.
“και ηδονή γαρ την ακρόασιν ων λέγειεν εδέχοντο οι άνθρωποι”. Αρχ. ΙΗ 1.1 6
Ο Ιώσηπος δεν συμπαθεί την επανάσταση του Ιούδα και θεωρεί ότι αυτός και οι οπαδοί του ήταν η αιτία της καταστροφής της Ιερουσαλήμ. Ο Ιούδας αυτός που άλλοτε ονομάζετε από τον Ιώσηπο Γαμαλίτης και άλλοτε Γαλιλαίος επαναστάτησε εναντίον των Ρωμαίων αντιτιθέμενος στην απογραφή του Κυρηνίου. Ο Ιώσηπος ονομάζει μάλιστα τους οπαδούς του, «ταύτης της φιλοσοφίας εραστές» Αρχ. ΙΗ 1.1 9 ταιριάζοντας περίφημα την ηδονή με τον έρωτα. Είναι ολοφάνερη κι εδώ η ειρωνία του συγγραφέα.
Οι Ιουδαίοι που επιθυμούσαν την Ασαμωναϊκή βασιλεία άκουγαν με ευχαρίστηση τα λόγια των επαναστατών. Όπως ευχάριστα άκουγαν τα λόγια του στρατιωτικού Τίρωνα, ο οποίος διαλαλούσε απροκάλυπτα την εναντίωση στην καταδίκη των παιδιών της βασίλισσας Μαρίας. «ηδέως ήκουαν υπ΄ εκείνου τα λεγόμενα.» Αρχ. ΙΣΤ’ 378 Βεβαίως και ο όχλος ήκουεν ηδέως του Ιησού. «και ο πολυς οχλος ηκουεν αυτου ηδέως» Μαρκος 12. 37
Ακόμα και ο απόκρυφος ευαγγελιστής Νικόδημος κατηγορείται από τους Φαρισαίους ότι αγαπούσε τον Ιησού και άκουγε τους λόγους του ηδέως. Τουλάχιστον δεν άκουγε με ηδονή πράγμα αρκετά τραβηγμένο. (Ευαγγ.Νικοδήμου Μέρος Α’ Β’ 11.3)
Ο Ιώσηπος σ’ αυτό το εδάφιο ανέφερε την εμφάνιση του λεγόμενου Χριστού και όχι του αληθινού Χριστού. Πληροφορούσε δηλαδή τους αναγνώστες του για την επιστροφή του κάλπικου Αλεξάνδρου Ιωάννη, τον οποίο ο Καίσαρας δεν είχε σκοτώσει. Επαναλαμβάνει έτσι τα ίδια για τον σωσία που από τα ρωμαϊκά πλοία βρέθηκε στην Αίγυπτο κι επέστρεψε στην Ιουδαία μετά από πολλά χρόνια. Κανείς δεν γνώριζε πλέον το πρόσωπο του αλλά η τεράστια φήμη του αναστημένου Αλεξάνδρου της Μαρίας τον ακολουθούσε παντού. Άλλωστε στην ιστορία του Φλάβιου Ιώσηπου δεν διαβάζουμε πουθενά για τον θάνατο ή το τέλος του υποτιθέμενου σωσία του Αλεξάνδρου. Ο Καίσαρας απλώς τον στέλνει ως δούλο στο ναυτικό των Ρωμαίων. Υπάρχουν λοιπόν ενδείξεις ότι ο Ιώσηπος αναφερόταν ξανά στην εμφάνιση του κάλπικου Αλεξάνδρου της Μαρίας.
ΒΑΣΙΛΑΚΗΣ Φ. ΝΕΚΤΑΡΙΟΣ